ΕλληνικάEnglish

Το «ΚΡΥΦΤΟ» τελειώνει, το «ΦΩΣ» ανατέλλει

 

                                                             

 

 

Όταν ήμουν παιδί συνήθιζα να μοιράζομαι με τους συνομηλίκους  μου το παιχνίδι «κρύψου» για να μη σε βρω και αν τελικά σε βρω την επόμενη φορά θα ανακαλύψω μια νέα πιο ασφαλή κρυψώνα για να μη με εντοπίσεις.

Στη συνέχεια μετέφερα αυτό το αγαπημένο μου παιχνίδι στην οικογένειά μου, στο σχολείο μου, στις σχέσεις μου και το οικειοποιήθηκα τόσο πολύ που το εφάρμοσα και στον ίδιο μου τον εαυτό. Έκρυβα τα συναισθήματά μου, τις επιθυμίες μου, το θυμό μου, τη ζήλεια μου, έκρυβα, έκρυβα και όσο έκρυβα τόσο έθαβα.

Μεγαλώνοντας ως ενήλικας πλέον  έχοντας  κρύψει και καταχωνιάσει μέσα μου από τα πιο τρυφερά κιόλας χρόνια μου, τα θέλω και τα δεν θέλω μου, έχτισα εντός μου ένα μεγάλο πηγάδι και εκεί μέσα ρίχνω ότι δεν θέλω να δω, όσα θέλω να κρύψω. Μα όσο ρίχνω μέσα στο πηγάδι τόσο αυτό βαθαίνει και από το αυξανόμενο βάθος γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινό. Κινούμαι, σκέφτομαι, βλέπω, ακούω, μιλάω μέσα από το πηγάδι. Όμως όλοι μας γνωρίζουμε καλά πως αν κάποιος βάλει το κεφάλι του και μιλήσει πάνω από ένα πηγάδι τότε θα ακούσει το αντίλαλό του, την ηχώ του.

Όσα έκρυψα, όσα αρνήθηκα και έθαψα για να μην τα βιώσω ηχούν πλέον κούφια, κενά, σε απόσταση από εμένα. Είναι όμως δικά μου. Δικά μου αλλά εξόριστα. Μέσα μου αλλά σε απόσταση. Εκεί σε ένα μεγάλο βάθος που από τα χρόνια που έχουν περάσει υπάρχει πια υγρασία, μούχλα, έλλειψη αέρα και φωτός. Άρα δεν αναπνέω, είμαι στο σκοτάδι και η μυρωδιά μου δεν είναι καθόλου ευχάριστη. Το παράδοξο όμως είναι πως εύκολα βλέπω το πηγάδι του διπλανού μου και το ονομάζω κατάθλιψη, νευρικότητα, αδιαφορία, κενότητα, ανάλογα με το τι έχει γεμίσει ο καθένας το πηγάδι του. Με άλλα λόγια όπως είπε σοφά ο Χριστός «βλέπω την ακίδα στο μάτι του άλλου αλλά δεν θέλω να δω το δοκάρι στον δικό μου οφθαλμό». Αναπτύσσω κρίση και θυμώνω με τους γύρω μου καθρεπτίζοντας πάνω τους όλα όσα ο ίδιος έχω και δεν θέλω να παραδεχτώ-αποδεχτώ.

Αυτό που αρχικά ως παιχνίδι με μάγευε και με εξιτάριζε δηλαδή να κρύβομαι για να μη με βρουν, σταδιακά έγινε τρόπος ζωής, ρίζωσε μέσα μου, στις σχέσεις μου ώστε έγινε η κόλασή μου. Ψυχικά και σωματικά. Η βαθιά τρύπα που άνοιξα μέσα μου έχει ξεχειλίσει, αναδύει κακοσμία, η οποία μεταφέρεται και στο σώμα μου με την εκδήλωση διαφόρων ασθενειών.

Το αρχικό παιχνίδι του νου με το οποίο έκρυβε το σώμα έγινε η φυλακή του σώματος αφού όταν κρύβεις και κρύβεσαι,  η ουσία – ψυχή υποχωρεί γιατί ζει και αναπνέει μόνον από την αλήθεια και το φως. Με εξόριστη την ψυχή, με δαιδαλώδη νου και σώματα-πηγάδια δομήσαμε αυτό που ονομάζουμε η κοινωνία μας, ο κόσμος μας. Το οξύμωρο είναι ότι κόσμος στη γλώσσα μας σημαίνει «στολίδι», αλλά  το στολίδι  λάμπει, μπαίνει στη βιτρίνα για να αναδεικνύεται η ομορφιά του και να τέρπονται οι οφθαλμοί.  Όμως επειδή εσωτερικά παρέδωσα κάθε μου ομορφιά και ψυχική ανάγκη, μπήκα στη λήθη και μετά στη νάρκωση τόσο που πια τα μυωπικά μου μάτια δυσκολεύονται να διακρίνουν την ομορφιά από την ασχήμια.

Έχασα την απλότητα της ομορφιάς και το εσωτερικό μου πηγάδι το άπλωσα σε όσα γύρω μου υπάρχουν, στη φύση, στον αέρα, στη θάλασσα, στην ατμόσφαιρα, στο σπίτι μου, στη χώρα μου, στον πλανήτη. Το εξωτερικό βούλιαγμα που εισπράττω είναι ακριβώς το αποτέλεσμα σε εικόνα του εσωτερικού μου βαλτώματος. 

Το καθρέπτισα έξω από εμένα μήπως και μπορέσω να το δω. Αλλά και πάλι δεν εστιάζω, το ονομάζω οικονομική κρίση, μόλυνση του περιβάλλοντος, εκμετάλλευση των ισχυρών κατά των αδυνάτων και το κρυφτό συνεχίζεται.

Αν όμως τοποθετήσω έναν προβολέα πάνω από τη γη, κάτω από τη γη, σε κάθε χώρα, σε κάθε σπίτι, σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, τώρα αλήθεια που θα μπορέσεις να κρυφτείς;  Αν σου φωτίσω το σκοτάδι τι θα κάνεις; ‘Η θα τυφλωθείς από το φως ή θα ανοίξεις σιγά-σιγά τα μάτια σου όπως όταν ήσουν νεογέννητο και θα προσπαθήσεις να δεις. Στην αρχή τα μάτια θα πονούν, θα τα ανοιγοκλείσεις πολλές φορές μέχρι να καταφέρεις να τα κρατήσεις σταθερά ανοιχτά και τότε ή θα δεις το πηγάδι θα μπεις μέσα σ’ αυτό για να ανασύρεις όσα έθαψες και μετά να το γκρεμίσεις ή θα ρουφηχτείς απ’ αυτό και θα θαφτείς μαζί του.

Σ’ αυτήν ακριβώς την επιλογή βρισκόμαστε τώρα. ‘Η υπάρχω στο Φως ή περνώ στην ανυπαρξία. Κρυφτό δεν μπορώ να ξαναπαίξω αφού οι κρυψώνες φωτίζονται. ‘Η με βρίσκω και με αναγνωρίζω ή με αγνοώ και με χάνω. Γυμνός στο Φως του Θεού με όλες τις ποιότητές μου όπως αυτές  εκπροσωπήθηκαν στην Πρώτη Παρουσία της ενανθρώπισης του Θείου Λόγου μέσα από τους δώδεκα μαθητές που πλαισίωσαν τον Κύριο-Αγάπη θα αρχίσω να βαδίζω ξανά το δρόμο.

Θα χρειασθώ τον Ανδρέα-σθένος  για να μπορέσω να με πλησιάσω,  τον Πέτρο-πίστη-σταθερή πορεία για να πατήσω στο δρόμο, τον Ιωάννη-αγάπη για να μάθω να με αποδέχομαι και να με αγαπάω, τον Ιάκωβο-διάκριση για να μάθω να ξεχωρίζω τα κατώτερα και ανώτερα συναισθήματά μου, τον Ιούδα που θα δείξει την προδοσία της ψυχής μου και την έλξη μου από την επί της γης εξουσία. Μία, μία θα συλλέγω όλες μου τις ικανότητες όπως συμβολικά αλλά και με μορφή εμφανίστηκαν δίπλα στο Χριστό στην Πρώτη Παρουσία για να μαθητεύσουν δίπλα σε Αυτόν και να καθαριστούν από το Φως Του.

Ουδέν κρυπτόν υπό του ήλιου και ο ήλιος τώρα είναι πολύ δυνατός γιατί χρειάζεται δύναμη για να ξετρυπώσεις τα των αιώνων κεκρυμμένα. ‘Όσο πιο βαθύ το σκοτάδι τόσο πιο πολλά κυβικά φωτός χρειάζεται να διαχυθούν για να το μετουσιώσουν. Διά της δυνάμεως γεννηθείσης με μορφή επί της γης μετατρέπεται το σκότος σε φως, ο σκυφτός σε άνω-θρώσκων, ο διαχωρισμός σε ένωση. Ο δρόμος όπως στρώθηκε και περπατήθηκε από τον Κύριο, φωτίζεται εκ νέου για δεύτερη φορά για να τον βαδίσουν οι οπίσω του ερχόμενοι. Εχει εκείνον, ον ο Θεός προέγνω, προόρισε και εξέλεξε για να εκπληρωθούν οι γραφές, ως εν ουρανώ και επί της γης, ως άνω και κάτω, από το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού πίσω στον κήπο της Εδέμ.

« Ο ήλιος είναι ανέσπερος και δύση δεν υπάρχει, γιατί το Φως ανέτειλε και φώτισε την Πλάση. Εις ουρανούς και σύμπαντα άγγελοι υμνολογούσι, σαλπίζουσι την έλευσιν και ο έχων ώτα ας ακούσει. Οι οφθαλμοί ας στεγνώσουσι και δάκρυ ας μην υπάρχει διότι ο Θέος απέστειλε Υιόν για να διδάξει. Το όνομα αυτού Δαυίδ, δόξει στεφανωμένος, ανέρχεται από της γης χάριν ενδεδυμένος».

Ελένη Τσακασιάνου

 

Μοιραστείτε το