ΕλληνικάEnglish

To Μήνυμα του Κυρίου: «Τα Φαντάσματα του Νου»

                                                                 

 

Το Μήνυμα που ακολουθεί δόθηκε από τον Κύριο μέσω της Χριστίνας Μανουηλίδου την Κυριακή 11/1/2015



Φα – ντά – ζο – μαι.

Σκέ – φτο –μαι.

Αυτός είναι ο τρόπος για να ζουν οι άνθρωποι μέσα σε έναν κυκεώνα αλληλεπιδράσεων, αντιστάσεων, συγκρούσεων, συγκρίσεων, κρίσεων και δικαιολογιών.

Αυτός είναι ένας τρόπος να ζουν και να φοβούνται το θάνατο. Ο ένας και μοναδικός λόγος που φοβούνται οι άνθρωπο το θάνατο είναι γιατί τον έχουν επιλέξει και τον βιώνουν. Ο θάνατος που εννοούν - της αποχώρησής τους από τη Γη – είναι απλώς η αλλαγή και η αποχώρηση της Ψυχής από το Σώμα και από τη Γη. Αυτό, οι άνθρωποι το ονομάζουν «θάνατο», το φαντάζονται τρομακτικό, το διακοσμούν με διάφορες διαστάσεις σκέψεων, φαντασιώσεις, και εγκλωβίζονται μέσα στο θάνατο.

Άγγελοι παρουσιάζονται, σκουντούν τα σώματα, κουνούν τα μυαλά, και φωνάζουν: «Ζωή». Τότε ο φόβος ρέει μες το αίμα, ξυπνάν έντρομοι: «Τι είναι αυτό; Τι μου συμβαίνει; Τι έπαθα; Ζω ή πέθανα;». Εκφράσεις του φόβου.

Ο φόβος έχει εμπλοκή Ζωής και Θανάτου, έχει εμπλοκή Αμφισβήτησης, έχει εμπλοκή Ψυχής και Νου.

Και γω εφοβήθη – ωσάν άνθρωπος. Ωσάν Ψυχή, είδα το Φως του Ουρανού. Και τότε Άγγελος κούνησε το μυαλό μου:

-       «Ιησού, περπάτα».

-       «Που;»

-       «Στη Γη»

Κι έτσι επερπάτησα. Κάθε Βήμα ήταν διαφορετικό από το προηγούμενο. Το μυαλό μου το έλεγε «χειρότερο ή καλύτερο». Εγώ το έλεγα: «Το έζησα και αυτό». Και πήγαινα στο επόμενο.

 

Άρχισα να ανακαλύπτω τι σημαίνει Γη. Να αγκαλιάζω με διαφορετικό τρόπο τη Μητέρα. Να ρωτάω τον Ιωσήφ αν είναι πατέρας μου. Να κοιτάω τα αδέλφια μου που είχαν διαφορετικό ύφος, διαφορετική ψυχή, διαφορετικά «θέλω». Όταν τους ακουμπούσα ένιωθα νεκρά σώματα .Όταν έπιανα το δικό μου ένιωθα το αίμα να τρέχει.

Και τότε είπα: «Πατέρα περπατάω. Αν κάνω λάθος εγώ θα το ιδώ, θα το δεχτώ, και θα το αναγνωρίσω. Εσύ απλώς φώτιζέ μου το Δρόμο κι εγώ εμπιστεύομαι και περπατώ».

Και παίρνω την Απόφαση κι αρχίζω να γνωρίζω πόλεις και χωριά, και φεύγω στην Κρήτη. Και εγκαθίσταμαι σε ένα βουνό σαράντα ημέρες. Αυτά που με έθρεφαν ήταν τα αρνιά του βουνού. Μου έφερναν και χόρτα, μου έδιναν και γάλα, και σαράντα ημέρες με έτρεφαν. Τότε καθάρισαν οι φόβοι μου. Αγκάλιασα τα αρνιά και είδα ότι ήταν δύο διαφορετικά είδη: τα μεν ήταν αρνιά, τα δε ήταν κατσίκια. Το μόνο που άκουγα όλες τις μέρες ήταν η φωνή τους.

Ρωτούσα  τον Πατέρα κι Αυτός ήταν άφωνος. Εγώ εμπιστευόμουνα. Κι όταν πήρα την Απόφαση, κατέβηκα από το βουνό και γύρισα πάλι στη Μητέρα.

Αυτός είναι ο λόγος που αγάπησα πολύ την Ελλάδα. Γιατί με έθρεψε στη Μεγάλη μου Απόφαση να περπατήσω τη Γη, με αγκάλιασε και με οδήγησε στο Επόμενο Βήμα μου. Δεν έκρινα ποτέ αν αυτό ήταν το λάθος μου ή το σωστό - αυτό ένιωθα, αυτό έκανα. Κι όταν ρώτησα τον Πατέρα, έμεινε άφωνος.

Περπατούσα μέρες και νύχτες για να γυρίσω πίσω να συναντήσω πάλι τη Μητέρα και αυτή τη φορά η Μητέρα ήταν χαρούμενη γιατί ένιωσε ότι εγώ εμπιστεύτηκα και περπάτησα. Τότε στο κάθε Βήμα μου την ένιωθα πίσω μου. Όχι με πανικό, όχι με θυμό, αλλά με Αγάπη και Αγκαλιά, με Δύναμη και Σοφία.

Ποτέ δε γύρισα να την κρίνω. Απλά την αισθανόμουν. Άκουγα τον πατέρα Ιωσήφ ωσάν πατέρα της Γης και αυτός σεβόταν το Περπάτημά μου. Κι όσο εγώ περπατούσα τόσο αυτοί απομακρύνονταν και ήταν δίπλα μου.

Έτσι ένιωσα την ανάγκη να έρθω σε επαφή με μια γυναίκα ως πραγματικός άνθρωπος στη Γη. Και η πρώτη γυναίκα που συνάντησα ήταν η Μαγδαληνή. Ήταν μες τον πανικό, είχε τέτοιο μίσος για τους άντρες και μόλις με είδε έμεινε άναυδη. Εγώ φοβήθηκα, το σώμα μου πάγωσε. Μένω ακίνητος και άφωνος.

-       «Πατέρα αυτό είναι Φόβος ή Έρωτας; Είναι Ανάγκη ή Θέληση;»

Άρχισα να κάνω διάφορες ερωτήσεις. Το σώμα μου ανταποκρίθηκε. Το μόνο που έκανα ήταν να την πάρω Αγκαλιά κι άφησα το δύο σώματα να αισθανθούν. Τότε ένιωσα ότι αυτό το πάγωμα ήταν το δικό της κι άρχισα με την αγκαλιά μου να την ζεσταίνω. Όταν έπιασα τα μαλλιά της ήταν μες τη λάσπη, είχαν αγκάθια και πέτρες. Και τότε άρχισα να φυσάω για να καθαρίσουν. Μετά περπατήσαμε μαζί. Πλύθηκε, καθάρισε, και αποδέχτηκε το Θεό. Το Περπάτημά της ήτανε δίπλα στο δικό μου. Ήταν η Ανάγκη του σώματός μου και της ανθρώπινης ύπαρξής μου: εγώ για εκείνη κι εκείνη για εμένα. Εκείνη είχε και πυρά που την πολεμούσαν, κι όσο εγώ τα καθάριζα τόσο αυτά δυναμώνανε, γιατί ο σκοπός ήταν εγώ – όχι εκείνη. Εκείνη έπαιρνε απλώς τα πυρά.

Κι έτσι στην πορεία της ζωής μου έρχεται και μια κόρη, φωτεινή και όμορφη. Μια άλλη ψυχή σε σώμα στη Γη, άνθρωπος επί της Γης με καινούργιες ανάγκες, με «θέλω», με Νου, με ένα σώμα, με μια Ψυχή. Την αγάπησα όσο και τη μητέρα της, αλλά ωσάν άνθρωπο επί της Γης. Περπάτησε μαζί μας. Της δείχναμε τα Βήματά μας, της δείχναμε την Πορεία της Ζωής. Έπαιρνε κι αυτή πυρά από αυτά που ερχόντουσαν για εμένα.

Κι έτσι αρχίζω σιγά σιγά να αισθάνομαι την Ανάγκη να αφήσω αυτές τις δύο γυναίκες, αυτούς τους δύο ανθρώπους, αυτές τις δύο ψυχές να υπηρετήσουν τα «θέλω» τους, να βιώσουν τις ανάγκες τους κι εγώ να περπατήσω στο Δρόμο που εχάραξε ο Ουρανός και η Γη για να γειωθεί η Αγάπη, η Χαρά και η Δημιουργία.

Όλη τη νύχτα τ’ Αστέρια έκλαιγαν, οι καλικάντζαροι σφύριζαν, οι γυναίκες κοιμόντουσαν. Κι όταν βγήκε ο ήλιος ανακοίνωσα στις γυναίκες την Απόφαση:

-       «Εσείς περπατάτε το Δρόμο σας κι εγώ παίρνω τους καλικάντζαρους και πάω στο Δρόμο μου».

Τους αφαίρεσα και τους άφησα να κυνηγούν εμένα. Τότε πήγα μπροστά στη θάλασσα κι άρχισα να προσεύχομαι στον Πάτερα:

-       «Όπως είναι το χρώμα του Ουρανού έτσι να γίνει το χρώμα της Θάλασσας. Όπως είναι το Μάτι του Θεού έτσι να γίνει και το δικό μου και μέσα από αυτά τα μάτια να βλέπω τις Ψυχές ωσάν κομμάτια Θεού».

Και ως αυτό εγένετο ο Ουρανός άστραψε και άρχισε να βρέχει. Ελούσθηκα, επλύθηκα και εσηκώθηκα να δοξάσω τον Ένα και Μοναδικό Θεό. Τότε είπα:

-       «Πατέρα, εγώ είμαι ο Γιός σου. Εγώ πηγαίνω στο Δρόμο που εχάραξες για Εμένα, την Αγάπη, τη Χαρά και τη Δημιουργία».

Τότε ευλόγησα τη θάλασσα, τα αβαθή, τα πλάτη της, να δώσουν τροφή για τους ανθρώπους, να δώσει νοστιμιά, να δώσει ομορφιά, κι όταν αυτή θυμώνει να θυμίζει στους ανθρώπους ότι υπάρχουν και τα άλλα ανθρώπινα συναισθήματα. Όταν αυτή φουρτουνιάζει να νιώθουν ότι η φουρτούνα που υπάρχει μέσα τους είναι γιατί κάποιος καλικάντζαρος παίρνει ψυχική ενέργεια και χάνεται μέσα από αυτούς.

Και τότε περπάτησα πάνω σε αυτήν και πέρασα απέναντι πάλι στην Ελλάδα. Άρχισα να περπατάω ένα ένα τα νησιά μέχρι που έφτασα στην Καβάλα. Από εκεί αγνάντευσα όλη τη Γη. Συνέχισα και πήγα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έκλαψα για τον Άνθρωπο. Εκεί έκλαψα για τις δυό γυναίκες. Εκεί έκλαψα για τις χαρές της ζωής που αφήνω πίσω μου και ζήτησα από τον Πατέρα να έρθει η στιγμή που οι άνθρωποι θα βιώνουν τις χαρές της ζωής και θα χαίρονται για αυτές, θα ακολουθούν την ψυχή τους μέσα από τη Χαρά της Ζωής. Όσος πόλεμος κι αν γίνει σε αυτή την πέτρα, σε αυτή την πόλη, να τελειώσει όταν οι άνθρωποι θελήσουν την Αγάπη, τη Χαρά και τη Δημιουργία. Και τότε αυτή η πόλη θα λέγεται Πόλη. Θα γίνει το Κέντρο της Γης, θα δίνει χαρά παντού. Και οι άνθρωποι θα είναι χαρούμενοι. Οι Ψυχές θα θέλουν να κατέβουν στη Γη όχι για να λυτρωθούν αλλά για να νιώσουν την Αγάπη και τη Χαρά.

Τότε άρχισε το Κακό να με πολεμάει. Και γω να περπατάω πάνω απ’ το νερό, πάνω απ’ τα νησιά. Και φτάνω εις την Σμύρνη.

-       «Πατέρα να περπατήσω ή να φύγω;». Και τότε άκουσα Φωνή για πρώτη φορά.

-       «Όπως είσαι τα μαζεύεις και φεύγεις».

Στέκομαι για μια στιγμή. Για δεύτερη φορά λέω: «Γενηθήτω το Θέλημά Σου» κι αρχίζω να περπατώ. Φτάνω στην Αθήνα. Ενώνω την Αθήνα με τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Μένω τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Και τότε λέω:

-       «Εδώ θα ξαναγυρίσω. Στο ίδιο σημείο για να ξαναδώ την Ελλάδα με όλο της το Φως, με ζωντανούς ανθρώπους, με Αγάπη, Χαρά και Δημιουργία».

Και πάω στη Ρώμη. Ο αέρας της με πάγωνε, τα μυαλά της είχανε θύελλα, οι ψυχές της είχανε πόλεμο, αλλά απλωνότανε στον Ουρανό της μια Δημιουργία. Και τότε έκατσα τρεις νύχτες και είπα :

-       «Εδώ θέλω να γειωθεί Αγάπη και Χαρά, όταν οι άνθρωποι βιώσουν την Ανάγκη και αφού καταστραφεί οτιδήποτε φέρνει πόλεμο».

Και τότε ο Πατέρας μου απάντησε:

-       «Καταστροφή, Γιέ μου, σημαίνει ενάντια του Εαυτού σου. Άλλαξέ το».

Και τότε είπα:

-       «Αγάπη και Χαρά όταν όλα είναι έτοιμα να τη δεχθούν».

Και πάω στη Λισαβόνα. Πόνο, ένιωσα πόνο: «Από πού είναι αυτό;» είπα. Άρχισε να πονάει το σώμα μου, να ματώνουν τα πόδια μου από το περπάτημα. Αλλά η Ψυχή μου ήταν χαρούμενη. Και τότε οι καλικάντζαροι άρχισαν να χορεύουν – αυτοί που με ακολουθούσαν:

-       «Εδώ δεν έχει αρνιά, δεν έχει κατσίκια».

Κι εγώ είπα:

-       «Έχει όμως εμένα, που θα τους δώσω κατσίκια. Θα τους δώσω και αρνιά. Θα τους δώσω Πνοή να ζήσουν και να αναπτυχθούν. Θα τους δώσω και ψάρια που θα τρέφονται με αυτά».

Κι έκατσα κι αποκοιμήθηκα. Ένιωσα κούραση. Και τότε ήρθε Άγγελος και ακούμπησε το κεφάλι μου:

-       «Ιησού, δέξου την Ενέργεια από τον Πατέρα σου».

-       - «Και ποια είναι αυτή;»

-       - «Από σήμερα θα είσαι Ιησούς Χριστός. Αυτή είναι η Ενέργειά σου»

Το άκουσαν οι καλικάντζαροι και με φώναζαν Χριστό. «Χριστός» είναι η Ενέργεια, «Ιησούς» αυτό που μου δώσανε. Και γώ τότε είπα:

-       «Θα λέγομαι Εμμανουήλ. Το όνομα της Ελλάδας». Αυτό άκουσα όταν προσευχόμουνα.

Και ένωσα την Αθήνα με τη Ρώμη και τη Λισαβόνα. Κι έφυγα και πήγα Ολλανδία. Εκεί ήταν όλα ξερά και ψυχρά. Οι άνθρωποι δεν κοίταζαν ο ένας τον άλλο – ήταν όλοι ξένοι. Κι εγώ ξένος. Κοίταγα τις Ψυχές κι ήταν σαν κοιμισμένες. Οι γυναίκες τίναζαν τα μαλλιά και οι άντρες τίναζαν το κεφάλι. Άγνωστοι μεταξύ τους και πολύ εχθρικοί. Ασχήμια και Ομορφιά.

-       «Ας επιλέξουν» είπα «με το Περπάτημά τους αν θέλουν αυτή τη χώρα ξερή και ψυχρή».

Και τους γείωσα την Ομορφιά. Έφυγα και πήγα στην Αγγλία. Οι άνθρωποι ζούσαν μαζί με τα ζώα. Τα σπίτια ήταν από ξύλα και φύλλα. Αλλά αισθάνθηκα Ομορφιά. Κι εκεί βίωσα το Μίσος. Και εταράχθη. Ομορφιά και Μίσος. Και τότε προσευχήθη και διαχώρισα την Ομορφιά από το Μίσος. Και τότε ο Νους δημιούργησε τη Ζήλεια . Οι καλικάντζαροι χόρευαν και άρχισαν τα ανθρώπινα συναισθήματα να παίρνουν ζωή. Ο Θυμός έκανε πάρτυ γύρω γύρω από τους ανθρώπους – χόρευε συνέχεια. Έκατσα τρεις μέρες και τρείς νύχτες. Ευλόγησα να δημιουργηθεί η Ομορφιά, να αλλάξουν τα σπίτια, να αλλάξουν οι άνθρωποι και να νιώσουν Ζωή.

Αρχίζω να γειώνω Φως. Να νιώθω τον Εαυτό μου όλο Φως. Κι έναν τεράστιο Θυμό – όπου κι αν πήγαινα γύρω μου υπήρχε Θυμός. Φεύγω και πάω στη Γερμανία. Όπου κι αν κοίταζα είχε φωλιά το Κακό. Όσο εγώ το ονομάτιζα Κακό τόσο αυτό πολλαπλασιαζόταν. Άρχισα να αισθάνομαι στο σώμα μου να περπατάνε οι καλικάντζαροι απάνω. Άλλος μου τράβαγε τα χέρια, άλλος μου τράβαγε τα πόδια, άλλος μου τράβαγε το υπόλοιπο σώμα μου. Τότε είπα:

-       «Είστε κάτι άλλο από Εμένα».

Οι άνθρωποι ήταν όλοι παγωμένοι αλλά οι καλικάντζαροι μέσα στα μάτια τους, μέσα στ’ αυτιά τους, μες το κεφάλι τους. Άφησα τη Χαρά. Τη φύσηξα να πάει παντού: «Ας επιλέξουν τι θα την κάνουν».

Πήγα στη Δανία. Πήγα στην Αμερική. Πήγα στην Τεχεράνη. Πήγα στην Αυστραλία. Πήγα στην Αίγυπτο. Κι αφού τελείωσα την περιοδεία μου γύρισα στον τόπο που γεννήθηκα.

-       «Θα διδάξω εδώ. Και από δω που γεννήθηκα, από εδώ θα επιστρέψω».

Και ως εγένετο. Εκεί που όρισα ότι θα επιστρέψω, εκεί θα πραγματοποιηθεί. Απλά, όμορφα, ανθρώπινα, επί της Γης.

Αμήν.


Μοιραστείτε το